Η οικογένεια, στον πυρήνα της, έχει οριστεί ως το «καταφύγιο» από τον κόσμο. Όταν όμως οι τοίχοι αυτού του καταφυγίου γίνονται τα όρια μιας αόρατης φυλακής, η βία μετατρέπεται σε έναν αργό θάνατο της ψυχής. Η ενδοοικογενειακή βία δεν είναι ποτέ η «λύση» σε κανένα πρόβλημα· είναι η ομολογία της απόλυτης αδυναμίας του θύτη να διαχειριστεί την ύπαρξη του άλλου ως ισότιμο ον. Οι συνέπειες της κακοποίησης διαχέονται σαν δηλητήριο σε όλα τα μέλη, αφήνοντας σημάδια που συχνά δεν κλείνουν με τον χρόνο. Στη Σύζυγο/Σύντροφο: Η γυναίκα που υφίσταται βία οδηγείται στη σταδιακή απώλεια του εαυτού της. Η ψυχολογική αποδόμηση,…
-
-
Η υποκρισία ενός κόκκινου λουλουδιού, αφημένο πάνω σε ένα ξύλο που ακόμα αντηχεί τον κρότο μιας υψωμένης γροθιάς, είναι ίσως η πιο πένθιμη πτυχή της κοινωνικής μας ευπρέπειας. Εκεί αντιλαμβάνεσαι πως το δηλητήριο δεν εξουδετερώνεται με τυπικούς χρησμούς, ούτε η βαριά σκιά της πατριαρχίας ξεθωριάζει κάτω από το μελάνι μιας κάρτας που ψελλίζει ένα «Σ’ αγαπώ». Όταν η εξουσία βαφτίζεται ένστικτο και η βία γίνεται η κραυγή του αδύναμου εγώ, το λουλούδι παύει να είναι άνθος· γίνεται το φτηνό αντίτιμο μιας εξαγορασμένης σιωπής. Φαντάσου μια φιγούρα στην άκρη μιας γυμνής προβλήτας, να πετά ένα λουλούδι σε μια θάλασσα που βρυχάται.…
-
Σε τραπέζι που τραντάχτηκε από γροθιά υψωμένη, κόκκινο άνθος απίθωσες, μια μοίρα ξεγραμμένη. Μα η ευγένεια η ψεύτικη είναι σκοτάδι μόνο, δεν γιατρεύει την τοξικότητα, δεν σβήνει αυτόν τον πόνο. Μ’ ένα «σ’ αγαπώ» σε μια κάρτα γραμμένο με μελάνι, της πατριαρχίας η ισχύς ποτέ της δεν γλυκαίνει. Όταν η βία γίνεται του κόσμου σου εργαλείο, το δώρο σου είναι αντίτιμο, πικρό και σκοτεινό. Σαν να στέκεις σε μια προβλήτα, στης θάλασσας την άκρη, και ρίχνεις πέταλα στο φως που μοιάζουν με ένα δάκρυ. Μα πριν το κύμα αγγίξουνε, το κύμα υποχωρεί, αρνείται το ψεύτικο φιλί, το δώρο δεν μπορεί.…
-
Υπάρχουν γράμματα που δεν τα στέλνεις ποτέ, όχι επειδή δεν έχεις τι να πεις, αλλά επειδή φοβάσαι τι θα ξεκλειδώσουν. Το κείμενο αυτό μοιάζει με ένα τέτοιο γράμμα — ξεχασμένο πάνω σε περβάζι, με το φως να το φωτίζει σιωπηλά, μέρα με τη μέρα, χωρίς παραλήπτη πια. Δεν γράφτηκε για να διαβαστεί από άλλους. Γράφτηκε γιατί κάποια στιγμή, μέσα στη σιωπή, δεν άντεχες άλλο να μην πεις την αλήθεια — ούτε σε σένα τον ίδιο. «Το Δηλητήριο της Γλυκιάς Γεύσης» δεν είναι μια κραυγή, ούτε μια εξομολόγηση που ζητά παρηγοριά. Είναι περισσότερο ένα ίχνος. Ένα απομεινάρι από όνειρα που κάποτε…
-
Το έγραψα αυτό γιατί έχω δει — και ίσως έχω γράψει — ιστορίες που ήταν “σωστές”. Με ωραία λόγια, καλή δομή, συγκροτημένη σκέψη. Κι όμως… δεν άγγιζαν. Δεν έμεναν. Και την ίδια στιγμή, κάποια απλή φράση, κάποια λιτή εξομολόγηση, ένα χαρτί γεμάτο μουντζούρες, μπορούσε να με συγκλονίσει. Όχι γιατί ήταν τέλεια, αλλά γιατί ήταν αληθινή. Γραμμένη με την καρδιά. Και αυτό δεν διορθώνεται ούτε αντιγράφεται. Η εικόνα λέει την αλήθεια: όταν γράφεις με την ψυχή σου, η έκφραση στο πρόσωπό σου αλλάζει. Δεν προσπαθείς να εντυπωσιάσεις. Δεν σε νοιάζει η τελειότητα. Θέλεις μόνο να πεις κάτι που να κουβαλά αυτό…
-
Το έγραψα αυτό μετά από μια απλή κουβέντα. Ήμασταν έξω, σε ένα χαλαρό πικνίκ στην εξοχή. Λίγοι φίλοι, λίγα λόγια, λίγο κρασί. Τίποτα εντυπωσιακό. Και κάπου εκεί, μέσα σ’ εκείνη τη χαλαρή κουβέντα, κάποιος είπε κάτι. Ούτε φώναξε, ούτε δίδαξε. Απλώς είπε μια φράση, ήρεμα. Αλλά εμένα… μου άλλαξε ολόκληρη τη μέρα. Κατάλαβα τότε πως οι λέξεις δεν είναι εδώ για να μεταμορφώσουν τον κόσμο έξω από εμάς. Δεν μπορούν. Ο κόσμος έχει τη δική του πορεία, τη δική του βαρύτητα. Αλλά μπορούν να αλλάξουν κάτι άλλο — κάτι πολύ πιο κοντινό. Εμάς. Τον τρόπο που κουβαλάμε αυτόν τον κόσμο.…
-
Είδα πόσο εύκολα λέμε πράγματα που μετά ευχόμαστε να μην είχαμε πει. Και είδα — ίσως και έζησα — πόσο δύσκολα ξεχνιούνται εκείνα τα λόγια από τον άλλον. Μπορείς να πεις “δεν το εννοούσα”, να σβήσεις ένα μήνυμα, να ζητήσεις συγγνώμη. Αλλά δεν είναι το ίδιο. Η λέξη που ειπώθηκε, υπάρχει πια. Στην εικόνα, η γυναίκα κοιτά ένα χαρτί — ίσως ένα γράμμα, ένα μήνυμα, κάτι που της άφησε σημάδι. Το βλέπεις στο πρόσωπό της: δεν είναι η ανάγνωση που την βαραίνει, είναι η μνήμη του πώς ένιωσε όταν το διάβασε. Έγραψα αυτό το απόφθεγμα για να θυμίζω πρώτα σε…
-
H γνώση από μόνη της δεν είναι αρκετή. Μπορεί να σε κάνει ευφυή, να σου δώσει επιχειρήματα, πληροφορίες, δεδομένα. Αλλά δεν φτάνει να ξέρεις. Πρέπει να καταλαβαίνεις. Κι αυτό — δεν το κάνει το μυαλό. Το κάνει η καρδιά. Το κάνει ο στοχασμός. Η εικόνα αυτή με αντιπροσωπεύει απόλυτα: διαβάζω, αλλά δεν “ρουφάω” απλώς τις λέξεις. Αφήνω χώρο στη σιωπή ανάμεσα στις γραμμές. Σκέφτομαι αυτά που διάβασα. Και κάπου εκεί αρχίζουν οι απαντήσεις να γίνονται ερωτήσεις. Εκεί ξεκινά ο στοχασμός. Γι’ αυτό το έγραψα αυτό το απόφθεγμα: για να θυμίζω σε μένα — και ίσως και σε σένα — ότι…
-
Δεν το έγραψα επειδή βρήκα την αλήθεια. Το έγραψα επειδή την έψαχνα. Και επειδή κατάλαβα κάτι σημαντικό στην πορεία: ότι η αναζήτηση από μόνη της είναι ένδειξη πως ο δρόμος υπάρχει. Έχει τύχει να σε τραβήξει ένα παλιό βιβλίο; Όχι γιατί σου είπαν να το διαβάσεις, αλλά γιατί ένιωσες πως κάτι εκεί μέσα θα σου μιλήσει. Έτσι κι εγώ. Δεν έψαχνα απαντήσεις από συνήθεια. Έψαχνα γιατί ένιωθα ότι κάτι με περιμένει — όχι απαραίτητα έξω στον κόσμο, αλλά κάπου μέσα μου. Γι’ αυτό έγραψα αυτό το απόφθεγμα. Για να πω ότι ο δρόμος προς την αλήθεια δεν ξεκινά όταν τη…
-
Κάποια στιγμή κουράστηκα να ακούω φωνές — φωνές που δεν λένε τίποτα. Από ανθρώπους που έχουν άποψη για όλα, θυμώνουν με όλους, φωνάζουν μέσα από μια οθόνη… αλλά δεν κάνουν το παραμικρό βήμα οι ίδιοι. Σαν να τους ανήκει το δικαίωμα να κρίνουν τα πάντα, χωρίς ποτέ να μπουν στον κόπο να αλλάξουν έστω μια γωνιά από τη δική τους πραγματικότητα. Είχα στο μυαλό μου έναν συγγενή — δυνατό μυαλό, ισχυρός λόγος, πάντα θυμωμένος με κάτι. Έλεγε, διόρθωνε, έκρινε, με πάθος και σιγουριά. Αλλά πάντα από τον ίδιο χώρο: τον καναπέ. Δεν είναι κακό να έχεις άποψη. Είναι όμως επικίνδυνο…










